Η παρακάτω ιστορία είναι αληθινή, όπως μας την αφηγήθηκε ο Γιώργος Π.
Ήταν μια από εκείνες τις Τρίτες που όλα πήγαιναν στραβά. Η βροχή στην Αθήνα έκανε την κίνηση ανυπόφορη, το ραντεβού στη δουλειά είχε ακυρωθεί και το άγχος για τους λογαριασμούς έσφιγγε το στομάχι μου. Περπατούσα γρήγορα, κρυμμένος κάτω από μια ομπρέλα, κοιτώντας μόνο το ρολόι μου.
Στη γωνία της Πανεπιστημίου, καθόταν ο κύριος Κώστας. Τον έβλεπα συχνά. Ένας άνθρωπος γύρω στα 60, με καθαρά μάτια μέσα σε ένα ταλαιπωρημένο πρόσωπο, που πάντα είχε δίπλα του ένα παλιό βιβλίο. Ποτέ δεν ζητούσε. Απλά υπήρχε εκεί, σαν μια αόρατη υπενθύμιση της σκληρής πλευράς της πόλης.
Εκείνη τη μέρα, καθώς περνούσα βιαστικά, το κλειδί μου γλίστρησε από την τσέπη και έπεσε με έναν μεταλλικό ήχο στο βρεγμένο μάρμαρο. Δεν το άκουσα. Ήμουν πολύ απασχολημένος με τις «μεγάλες» μου σκοτούρες.
«Κύριε! Κύριε, τα κλειδιά σας!» άκουσα μια βραχνή φωνή.
Γύρισα. Ο κύριος Κώστας είχε σηκωθεί με δυσκολία, κρατώντας τα κλειδιά μου στο χέρι. Του χαμογέλασα αμήχανα, ψελλίζοντας ένα «ευχαριστώ». Έψαξα τις τσέπες μου για να του δώσω κάτι, αλλά συνειδητοποίησα ότι είχα πάνω μου μόνο κάρτες.
«Δεν πειράζει, παιδί μου», μου είπε σαν να διάβασε τη σκέψη μου. «Μια καλημέρα αρκεί».
Κάτι με σταμάτησε. Η δική μου «καταιγίδα» φάνηκε ξαφνικά τόσο μικρή μπροστά στη δική του. Κάθισα για δύο λεπτά δίπλα του, κάτω από την υπόστεγη εσοχή. Μου είπε πως κάποτε ήταν λογιστής. Πως μια σειρά από λάθος εγγυήσεις και μια αρρώστια τον άφησαν χωρίς στέγη σε μια νύχτα.
«Ξέρεις τι είναι το πιο δύσκολο στον δρόμο;» με ρώτησε. «Όχι το κρύο. Είναι που οι άνθρωποι σε κοιτάζουν σαν να είσαι διάφανος. Σαν να μην έχεις όνομα».
Όταν σηκώθηκα να φύγω, ένιωσα την ανάγκη να κάνω κάτι. Πήγα στο διπλανό φούρνο, πήρα δύο ζεστούς καφέδες και μερικά σάντουιτς. Του τα άφησα και τότε έγινε το «θαύμα». Ο άνθρωπος αυτός, που δεν είχε τίποτα, άνοιξε τη σακούλα, πήρε το ένα σάντουιτς και το έδωσε σε μια αδέσποτη σκυλίτσα που κρυβόταν λίγο πιο πέρα.
«Εκείνη πεινάει πιο πολύ από μένα σήμερα», είπε απλά.
Έφυγα από εκείνη τη γωνία με τα μάτια βουρκωμένα. Όλα μου τα «προβλήματα» είχαν λυθεί μαγικά. Όχι γιατί άλλαξε κάτι στην τράπεζα ή στη δουλειά μου, αλλά γιατί κατάλαβα ότι η φτώχεια είναι στην τσέπη, αλλά ο πλούτος είναι στην ψυχή.
Ο κύριος Κώστας μου έδωσε ένα μάθημα που κανένα πανεπιστήμιο δεν θα μπορούσε: Ότι όσο λίγα κι αν έχεις, πάντα έχεις κάτι να δώσεις. Αρκεί να μη γίνεις «διάφανος» απέναντι στην ανθρωπιά.

