«Εγώ φεύγω, να προσέχεις τα παιδιά» – Με αποχαιρέτησε στο όνειρό μου και μετά από λίγο ο Κώστας… πέθανε

0
36

«Είχαμε 15 χρόνια διαφορά. Τον γνώρισα όταν ήμουν κατασκήνωση και εργαζόμουν μέσα σαν ομαδάρχισσα. 25 εγώ 40 εκείνος. Τον ερωτεύτηκα τρελά. Οι γονείς μου δεν τον ήθελαν αλλά εγώ σήκωσα επανάσταση, κλεφτήκαμε και αναγκάστηκαν να το δεχτούν. Μετά βέβαια που γνώρισαν πόσο σπάνιος άνθρωπος ήταν, άλλαξαν γνώμη και ήταν συνέχεια “Ο Κώστας μας” και “Ο Κώστας μας”.

Ο έρωτας τα έφερε όλα πολύ γρήγορα. Ζούσα 4 χρόνια το όνειρο, τα 3 παντρεμένοι, τα 2 γονείς. Μπήκαμε αμέσως στα δύσκολα αλλά αυτό μας δυνάμωσε. Ήμασταν κάθε μέρα σαν την πρώτη μέρα της σχέσης. Μέχρι που ένα πρωί σηκώθηκε και μου είπε δεν αισθάνομαι καλά τα γόνατα μου πονάω. Τον τελευταίο καιρό, παραπονιόταν ότι ένιωθε αφόρητη κούραση αλλά το απέδωσα στη δουλειά. Πήγαμε στα επείγοντα, κάναμε αιματολογικές. Λευχαιμία καλπάζουσας μορφής είπαν, έχασα τον κόσμο.
Ξεκινήσαμε χημειοθεραπείες στον Αγ. Σάββα και ύστερα από κάποιες μέρες νοσηλείας, πήγαμε σπίτι μας. Οι γιατροί δεν του έδιναν πάνω από 3 μήνες ζωής αλλά εκείνος ζούσε ήδη 6. “Να δεις θα τους διαψεύσουμε” έλεγα σε φίλους και γνωστούς. Εκείνος δεν το ήξερε δεν του είχαμε πει τίποτα αλλά το γνώριζε. Φαινόταν ότι το ένιωθε.

Κι εκεί που πήγαινε μια χαρά κι έλεγα θα το ξεπεράσουμε λίγο έμεινε, μια μέρα μου είπε δεν μπορούσε να αναπνεύσει. Ξανά πίσω στον Αγ. Σάββα. Οι γιατροί είπαν να μιλήσω στα παιδιά πως ο μπαμπάς δεν θα ξαναέρθει, δεν το έκανα γιατί δεν τους πίστεψα. Έβαλα μια αποκλειστική και πήγαινε τα πρωινά που δούλευα και τα βράδια που έφευγα από το νοσοκομείο.
Ένα βράδυ, 15 μέρες από τη μέρα που ξαναμπήκαμε μέσα δεν θα ξεχάσω εκείνο το παράξενο “σημάδι”: Φεύγοντας από το δωμάτιο του νοσοκομείου κι αφού πρώτα τον είχα φιλήσει, εκεί στην πόρτα, με φώναξε και γύρισα το κεφάλι. “Δεν σε χαιρέτησα!” μου είπε και μου κούνησε το χέρι απο μακριά. Δεν το είχε ξανακάνει.

Γύρισα σπίτι, η μάνα μου φυλούσε τα παιδιά αλλά η σκέψη αυτού του παράξενου χαιρετισμού δεν έφευγε από το μυαλό μου. Έβαλα τα παιδιά για ύπνο και μίλησα με την αποκλειστική που είχε έρθει μετά από μένα. “Είναι καλά κοιμάται” μου είπε.

Έπεσα κι εγώ για ύπνο. Και τον είδα. Φορούσε ένα λευκό ρούχο, σαν χιτώνας ήταν. Είχαν φυτρώσει ξανά μαλλιά στο κεφάλι του. Έμοιαζε τόσο ήρεμος, τόσο νέος πιο νέος κι απ’ όταν τον γνώρισα. Ήρθε κι έκατσε δίπλα μου στο κρεβάτι κι ολη την ώρα τον ακολουθούσε ένα φως. “Εγώ τώρα φεύγω. Να προσέχεις τα παιδιά. Σ αγαπώ!” μου είπε και σχεδόν πετάχτηκα ακούγοντας τη φωνή του στ’ αυτί μου.
Πήρα την αποκλειστική. “Είναι καλά κοιμάται” μου είπε πάλι. Εγώ όμως τρωγόμουν. Πρωί πρωί πήρα ταξί και πήγα. Στον δρόμο μου το είπαν. Είχε φύγει… δεν πρόλαβα να τον χαιρετήσω ζωντανό για τελευταία φορά. Με είχε αποχαιρετήσει εκείνος το προηγούμενο βράδυ.

Έχουν περάσει 15 χρόνια. Οι κόρες μου μεγάλωσαν και θυμούνται τον πατέρα τους με αγάπη. Κι εγώ δεν τον ξεπέρασα ποτέ. Δεν ξαναπαντρεύτηκα, όλο κι όλο δύο σχέσεις έκανα σε αυτά τα 15 χρόνια κι αυτές όχι κάτι σοβαρό. Κανείς δεν μπορεί να αγγίξει ούτε στο ελάχιστο, όσα ένιωσα και έζησα μαζί του. Εκείνος καταδικάστηκε να ζει μακριά από την οικογένειά του και εγώ μακριά από την καρδιά μου. Γι αυτό όταν διαβάζω ζευγάρια που πλακώνονται για τα παιδιά και τις διατροφές σκέφτομαι πόσο μα πόσο τυχεροί είναι που τα προβλήματά τους είναι αυτά.

nassosblog.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ